• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
to order adv(according to custom requirements)στα μέτρα μου έκφρ
 All our breads and pastries are baked to order.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Are you ready to order? expr(question to restaurant customer)Είστε έτοιμος να παραγγείλετε; έκφρ
call [sb/sth] to order v expr(request silence)καλώ κπ/κτ να κάνει ησυχία περίφρ
call [sth] to order v expr(formally begin session) (για συζήτηση, συνέδριο, κλπ)ξεκινώ ρ μ
cooked-to-order adj(food: prepared when ordered) (μεταφορικά: φαγητό)της ώρας έκφρ
 The cooked-to-order breakfast at our hotel is excellent.
in order for [sth/sb] to do [sth] expr(so that [sth] happens)προκειμένου σύνδ
  για να σύνδ
 In order for sales to be strong, our department needs to work hard this month.
 Προκειμένου να αυξήσουμε τις πωλήσεις, το τμήμα μας πρέπει να εργαστεί σκληρά αυτόν τον μήνα.
in order to prep(so as to be able to)για να περίφρ
 You don't need a degree in order to work as an escort.
 In order to travel abroad, you must have a valid passport.
 Δεν χρειάζεσαι πτυχίο για να δουλέψεις ως συνοδός. // Για να ταξιδέψεις στο εξωτερικό πρέπει να έχεις έγκυρο διαβατήριο.
in order to prep(so as to)για να περίφρ
 I went to the shop in order to buy some milk.
 Πήγα στο μαγαζί για να αγοράσω γάλα.
made to order,
made-to-order
adj
(custom made)κατά παραγγελία φρ ως επίθ
  φτιαγμένος κατά παραγγελία περίφρ
Σχόλιο: hyphens used when term is an adj before a noun
 Clothes that are made to order ought to fit better than off-the-rack clothes.
 Service is slow because each dish is made to order.
make [sth] to order v expr(create a custom product)φτιάχνω κτ κατά παραγγελία περίφρ
 Since he did not like the desks he found for sale, he had one made to order for his new office.
order [sb] to do [sth] v expr(command)διατάζω κπ να κάνει κτ ρ μ
  προστάζω κπ να κάνει κτ ρ μ
  δίνω σε κπ διαταγή να κάνει κτ έκφρ
 I'm ordering you to put that money back and apologize.
 Σε διατάζω να δώσεις πίσω τα χρήματα και να ζητήσεις συγγνώμη.
 Σε προστάζω να δώσεις πίσω τα χρήματα και να ζητήσεις συγγνώμη.
pay to the order of expr(cheque: pay amount specified to) (επιταγή: δικαιούχος)πλωρώστε σε διαταγή του περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'to order' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση to order στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «to order».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!